lad

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlæd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/læd/ ,USA pronunciation: respelling(lad)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lad nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, informal, regional (boy) (καθομιλουμένη)νεαρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  αγόρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  παιδί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A young lad was walking to school.
 Ένα νεαρό αγόρι περπατούσε προς το σχολείο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lad interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" UK (young man) (σε κλητική)νεαρέ ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Paul called, "Hey lad, come over here and give me a hand."
lad nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stable boy) (σπάνιο)σταβλίτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The jockey gave his horse to the lad and went to talk to the press.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lad's love nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (herb: wormwood) (φυτό)ψευτοαψινθιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πικρόθανος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  μελιτίνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: UK: part of lad culture, UK: a [little, rude, bubbly, kind] lad, UK: was always a [bad, rude] lad, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lad στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lad'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης