lacking

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlakɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈlækɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(laking)

Σε αυτή τη σελίδα: lacking, lack

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lacking adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (without, not having)που του λείπει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που δεν έχει αρκετό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που υστερεί σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The food is lacking in salt.
 Του φαγητό του λείπει αλάτι.
lacking adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (deficient)ελλιπής, ανεπαρκής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Ben's education is lacking in this area.
 Η μόρφωση του Μπεν είναι ανεπαρκής σε αυτόν τον τομέα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shortage) (ανεπάρκεια)έλλειψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There is a severe lack of skilled mechanics in this town.
 Υπάρχει μεγάλη έλλειψη ικανών μηχανικών σε αυτήν την πόλη.
lack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (scarcity) (σπανιότητα)έλλειψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The lack of water has caused the animals to die of thirst.
 Η έλλειψη νερού έχει ως αποτέλεσμα να πεθαίνουν τα ζώα από δίψα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lack vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (does not have)δεν έχω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The label lacks information about the side effects of this drug.
 Η ετικέτα δεν έχει πληροφορίες για τις παρενέργειες του φαρμάκου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lacking' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: customer [service, support] is (certainly) lacking, is lacking in customer [service], is lacking in [size, quality], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lacking στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'lacking'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης