king

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'king', 'King': /ˈkɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(king)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
king,
King
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(sovereign)βασιλιάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: Capitalized when used as a title.
 Prince Charles will be King of England one day.
 Ο Πρίγκηπας Κάρολος μια μέρα θα γίνει Βασιλιάς της Αγγλίας.
king nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outstanding person) (μτφ: εξαιρετικό άτομο)βασιλιάς, άρχοντας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He is known as the king of talk radio.
 Είναι γνωστός ως ο βασιλιάς (or: άρχοντας) των ραδιοφωνικών εκπομπών.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
king adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (particularly large) (ζωολογία, μτφ: μεγάλος)βασιλικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: usually used in compounds: "king cobra," "king crab," etc.
Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται στη βιολογία για να περιγράψει είδη ζώων, π.χ. βασιλική κόμπρα, βασιλικός κάβουρας κ.λπ.
 The king cobra is a very big snake.
 Η βασιλική κόμπρα είναι ένα πολύ μεγάλο φίδι.
king nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in chess) (σκάκι)βασιλιάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 His opponent took his king to win the game.
 Ο αντίπαλός του του πήρε τον βασιλιά για να κερδίσει το παιχνίδι.
king nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in draughts/checkers) (ντάμα)βασιλιάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He had three kings and soon won the checkers game.
 Είχε τρεις βασιλιάδες και κέρδισε γρήγορα το παιχνίδι της ντάμας.
king nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in cards) (τράπουλα)ρήγας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  παπάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The poker player won with a pair of kings.
 Ο παίκτης του πόκερ κέρδισε με ένα ζευγάρι ρηγάδες (or: παπάδες).
king vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." literary, dated (make king) (δίνω αξίωμα)ορίζω βασιλιά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He was kinged in 1492.
 Ορίστηκε βασιλιάς το 1492.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Canute,
King Canute,
Cnut,
King Cnut
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
historical (medieval Danish king)Κανούτος ουσ αρσ κύρ
  Κνούτος ουσ αρσ κύρ
Cavalier King Charles spaniel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (breed of small dog) (ράτσα μικρού σκύλου)Κάβαλιερ Κινγκ Τσαρλς Σπάνιελ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The Cavalier King Charles spaniel is more popular in the UK than in the US.
f***ing,
f*cking,
f**king
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
vulgar, offensive, slang (intensifier: extremely) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Leave me alone! You're f***ing crazy!
 Άσε με ήσυχο! Δεν πας καλά!
 Άσε με ήσυχο! Είσαι θεότρελος!
f***ing,
f*cking,
f**king
vulgar, slang (fucking) (γραπτός λόγος, διαδίκτυο)γ@μημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
Σχόλιο: "Fucking" can be spelled "f***ing", "f*cking" or "f**king" when someone wants to avoid writing out a profane word.
Σχόλιο: Στον γραπτό λόγο και κυρίως στο διαδίκτυο, για λόγους κομψότητας ή για να μη λογοκρίνεται και αφαιρείται η λέξη, κάποιοι χαρακτήρες αντικαθιστούνται από σύμβολα όπως το @. Ενδέχεται να υπάρχουν περισσότερες παραλλαγές.
 I hate you! You're a f***ing jerk! This film's f*cking awful.
KB nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, initialism (law: King's Bench)Ανώτατο Δικαστήριο Ηνωμένου Βασιλείου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
KC nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, initialism (lawyer's title: King's Counsel)δικηγόρος παρά τω βασιλέα, δικηγόρος του στέμματος φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
King cake nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (traditional cake containing a trinket)κέικ για τον εορτασμό των Θεοφανίων β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
king cobra nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large venomous snake)βασιλική κόμπρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The snake charmer kept a king cobra in a basket.
king crab nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large crustacean)είδος μεγάλου καβουριού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
King James version of the Bible nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (authorized version of Christian holy book)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει αντιστοιχία
 The 1611 King James version of the Bible is considered by many Independent Baptists to be the only accurate translation of the Bible.
king mackerel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fish of the Atlantic Ocean)είδος σκουμπριού του Ατλαντικού Ωκεανού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 On our last fishing trip we caught a thirty-pound king mackerel.
king of the castle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (most powerful figure) (μεταφορικά)πρώτος και καλύτερος, βασιλιάς, αρχηγός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He felt like the king of the castle when he finally passed his driving test.
king of the jungle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, incorrect but common (lion) (μεταφορικά)βασιλιάς της ζούγκλας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
king of the mountain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (person: best at [sth])ο καλύτερος, ο κορυφαίος άρθ ορ + επίθ
  (μεταφορικά)ο βασιλιάς του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Steve has worked long and hard to be king of the mountain.
king penguin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large penguin with patches of yellow colouring)είδος πιγκουΐνου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 King penguins spend much of the year on the ice incubating their eggs.
king shrimp (US),
king prawn (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(edible crustacean) (μεγάλο μέγεθος)γαρίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
king-size,
king-sized,
king size,
king sized
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(extra large)πολύ μεγάλος επίρ + επίθ
  (καθομιλουμένη)king size επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (κρεβάτι)υπέρδιπλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία στα μεγέθη των κρεβατιών.
 Irene bought a box of king-size tissues.
king-size bed,
king-sized bed
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(extra-large bed)υπέρδιπλο κρεβάτι επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη, κατά λέξη)κρεβάτι king size φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Every room in the hotel has a king-size bed.
king's ransom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large sum) (μεταφορικά)τα μαλλιά της κεφαλής μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ένα σωρό λεφτά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)ένα σκασμό λεφτά, ένα κάρο λεφτά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Harry paid a king's ransom for that suit.
Lear,
King Lear
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(character in Shakespeare play)Βασιλιάς Ληρ ουσ αρσ άκλουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Swan Keeper,
Keeper of the King's Swans,
Keeper of the Queen's Swans
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (person responsible for monarch's swans)φύλακας των κύκνων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'king' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: checkers: king me!, a [kind, brutal, cruel, just] king, King [James, Henry VIII, Philip of Spain], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση king στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'king'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης