kindly

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkaɪndli/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkaɪndli/ ,USA pronunciation: respelling(kīndlē)

Inflections of 'kindly' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
kindlier
adj comparative
kindliest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kindly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (generously)γενναιόδωρα, μεγαλόψυχα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (εμφατικό)με όλη μου την καρδιά, με όλη μου την ψυχή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The woman kindly gave the homeless man some money.
 Η γυναίκα μεγαλόψυχα έδωσε στον άστεγο άνδρα λίγα χρήματα.
kindly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (please)παρακαλώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  αν έχεις την καλοσύνη, αν έχετε την καλοσύνη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Kate asked the stranger, "Would you kindly help me carry this?"
 Η Κέιτ ρώτησε τον άγνωστο, «Έχετε την καλοσύνη να με βοηθήσετε να το κουβαλήσω αυτό;»
kindly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (nicely)ευγενικά, καλά, ωραία, όμορφα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  με καλοσύνη, με ευγένεια φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Tom always treated people kindly, no matter who they were.
 Ο Τομ πάντα συμπεριφερόταν στους ανθρώπους με καλοσύνη, όποιοι και αν ήταν.
kindly adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (benevolent)καλοσυνάτος, καλόκαρδος, καλόψυχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  καλοκάγαθος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The kindly old man worked in his garden and kept an eye on the children during the day.
 Ο καλοκάγαθος ηλικιωμένος δούλευε στον κήπο του και πρόσεχε τα παιδιά κατά τη διάρκεια της μέρας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kindly adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (mild)ήπιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The weather was kindly and didn't ruin the trip.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Kindly do me the favor of (US),
Kindly do me the favour of (UK)
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
(please would you)κάνε μου τη χάρη να κάνεις κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχεις την καλοσύνη να... ; περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Kindly do me the favour of not turning your back on me when I'm talking to you!
not take kindly to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not welcome)δεν μου αρέσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I do not take kindly to people who don't know me calling me 'honey'.
 Δε μου αρέσουν οι άνθρωποι που δε με ξέρουν και με αποκαλούν «γλύκα».
thank you kindly interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing sincere thanks)σε ευχαριστώ θερμά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τις θερμές μου ευχαριστίες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Thank you kindly for shoveling the snow from my walkway.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'kindly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: please kindly refrain from, would you kindly refrain from, would you kindly explain [what, how, where], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση kindly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'kindly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης