kamikaze

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌkæmɪˈkɑːzi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌkɑmɪˈkɑzi/ ,USA pronunciation: respelling(kä′mi käzē)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kamikaze nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Japanese suicide pilot)καμικάζι ουσ αρσ ακλ
kamikaze adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to a kamikaze)καμικάζι ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
kamikaze adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (suicidal)καμικάζι ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'kamikaze' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση kamikaze στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'kamikaze'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης