justice

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'justice', 'Justice': /ˈdʒʌstɪs/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈdʒʌstɪs/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling( justis)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fairness)δικαιοσύνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Children learn the concept of justice at an early age.
 Τα παιδιά μαθαίνουν την έννοια της δικαιοσύνης σε νεαρή ηλικία.
Justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (title: Judge)δικαστής ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Justice Brown listened to the plaintiff's story.
Justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (Department of Justice)Υπουργείο Δικαιοσύνης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Justice has to deal with this issue. The matter is no longer under the jurisdiction of Justice since the FBI has taken over.
 Το Υπουργείο Δικαιοσύνης πρέπει να επιληφθεί του θέματος αυτού. Το θέμα δεν είναι πια στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης από τότε που το ανέλαβε το FBI.
justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (administration of law)δικαιοσύνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The police brought the criminal to justice.
 Η αστυνομία έφερε τον εγκληματία ενώπιον της δικαιοσύνης.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (validity)δίκαιο, δίκιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The justice of Fred's actions is unquestionable.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
administer justice vtr + n (implement the law)απονέμω δικαιοσύνη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Judge Green always strives to administer justice in an impartial manner.
administer justice vtr + n (sentence criminals)απονέμω δικαιοσύνη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
bring [sb] to justice v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take to court)φέρνω κπ ενώπιον της δικαιοσύνης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Police officers must bring outlaws to justice.
bring [sb] to justice v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (punish)φέρνω κπ ενώπιον της δικαιοσύνης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Chief Justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (presiding judge of Supreme Court)πρόεδρος Ανώτατου Δικαστηρίου φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
criminal justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal and police system)ποινική δικαιοσύνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A majority of young men in the criminal justice system have only committed non-violent crimes.
deal out justice v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (judge: pass sentence)καταδικάζω, απονέμω ποινή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
do [sb/sth] justice,
do justice to [sb/sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(present fairly and accurately) (με γενική)είμαι αντάξιος κπ/κτ επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αντιπροσωπεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  αντικατοπτρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Mr. Smith's oil portrait of the Queen really did her justice. Karen's work did justice to her reputation.
 Το πορτρέτο σε λάδι του κ. Σμιθ είναι πραγματικά αντάξιο της βασίλισσας. Η δουλειά της Κάρεν ήταν αντάξια της φήμης της.
JP,
J.P.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (justice of the peace)ειρηνοδίκης ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
justice of the peace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (magistrate)ειρηνοδίκης ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 We don't need a priest to get married; we can go to a justice of the peace.
Lord Chief Justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (UK Court of Appeal judge)δικαστής εφετείου στο Ηνωμένο Βασίλειο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
miscarriage of justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: wrongful judgement)δικαστική πλάνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He was deemed to have suffered a miscarriage of justice and was released from prison.
natural justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (accepted moral principles)φυσικό δίκαιο επίθ + ουσ ουδ
  φυσική δικαιοσύνη επίθ + ουσ θηλ
not do justice to [sth/sb],
not do [sth/sb] justice
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(not show well) (κάποιον/κάτι)αδικώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με γενική)δεν είμαι αντάξιος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάποιο χαρακτηριστικό)δεν προβάλλω, δεν αντιπροσωπεύω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 That photograph does not do justice to her beauty.
pervert the course of justice v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (influence outcome of a trial)διαστρευλώνω τη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Her lies perverted the course of justice in the case.
poetic justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (fair reward, punishment) (μεταφορικά)θεία δίκη επίθ + ουσ θηλ
retributive justice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (revenge)εκδίκηση, αντεκδίκηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Vendettas are a traditional form of retributive justice still practised in many parts of the world.
 Οι βεντέτες είναι παραδοσιακοί τρόποι εκδίκησης που χρησιμοποιούνται ακόμα σε κάποια μέρη του κόσμου.
see justice done v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (ensure fairness)αποδίδεται δικαιοσύνη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I don't want revenge; all I want is to see justice done.
seek justice v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take a matter to court)προσφεύγω στη δικαιοσύνη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'justice' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the justice of the peace, the courts of justice, justice in his [words, remarks, comments, actions], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση justice στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'justice'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης