jealous

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdʒɛləs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdʒɛləs/ ,USA pronunciation: respelling( jeləs)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
jealous (of [sb]) adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (resentful: of [sb](κάποιον)ζηλεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο: κακία)φθονώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He was jealous of his brother, who was smarter and better looking than him.
 Ζήλευε τον αδερφό του που ήταν πιο έξυπνος και πιο ωραίος από τον ίδιο.
jealous (of [sth]) adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (envious: of [sth](κάτι)ζηλεύω επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο: κακία)φθονώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She was jealous of her sister's new house.
 Ζήλευε το καινούριο σπίτι της αδερφής της.
jealous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (suspicious of partner)ζηλιάρης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο)ζηλότυπος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He was jealous of any new friendships his wife developed with men.
jealous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (vigilant)με ζήλια, γεμάτος ζήλια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ζηλιάρικα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (επίσημο)ζυλότυπα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 At the party, she kept a jealous eye on her husband.
 Στο πάρτι κοιτούσε τον σύζυγό της γεμάτη ζήλια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'jealous' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: am jealous of your [skill, persistence, family, success, job], am jealous of you for your [skill], is jealous about the [promotion, outcome], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση jealous στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'jealous'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης