javelin

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdʒævlɪn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdʒævlɪn, ˈdʒævə-/ ,USA pronunciation: respelling( javlin, javə-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
javelin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: spear for throwing)ακόντιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The hunter used a javelin to slay his prey.
javelin nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: throwing event) (άθλημα)ακοντισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)ακόντιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The javelin tournament attracted the whole town.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'javelin' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση javelin στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'javelin'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης