jaundice

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdʒɔːndɪs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdʒɔndɪs, ˈdʒɑn-/ ,USA pronunciation: respelling( jôndis, jän-)

Inflections of 'jaundice' (v): (⇒ conjugate)
jaundices
v 3rd person singular
jaundicing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
jaundiced
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
jaundiced
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
jaundice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (icterus: yellowing of skin)ίκτερος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)χρυσή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Jaundice is a serious medical condition.
jaundice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (cynicism, bitterness)κυνικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κυνισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Elizabeth's jaundice isolated all her friends.
jaundice [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (person: make cynical, bitter)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 All of your bullying will jaundice the poor kid.
jaundice [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (view: make cynical, bitter)δίνω με νότα κυνισμού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο απλά)επηρεάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The author's cynical attitude jaundiced his work.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση jaundice στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'jaundice'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης