jack

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'jack', 'Jack': /ˈdʒæk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/dʒæk/ ,USA pronunciation: respelling( jak)


Σε αυτή τη σελίδα: jack, Jack

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
jack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device used to lift a vehicle)γρύλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Dan got a flat tire, so he used a jack to lift up his car so he could put the spare tire on.
 Του Νταν του έσκασε το λάστιχο και έτσι χρησιμοποίησε έναν γρύλο για να σηκώσει το αυτοκίνητό του και να βάλει τη ρεζέρβα.
jack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (playing card)βαλές ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The poker player drew a jack.
 Ο παίκτης του πόκερ τράβηξε έναν βαλέ.
jack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electrical outlet)πρίζα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (σε υπολογιστές)θύρα jack φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 George plugged the vacuum cleaner into the jack.
jacks nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (game) (αρχαίο παιχνίδι)αστράγαλοι ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  αστραγαλισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
jack,
man jack
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
dated, slang (man)άντρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Every jack is being drafted into the army.
jack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (machine)μοτέρ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The grill had a jack that automatically rotated the meat every minute.
jack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flag)σημαία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The ship's captain ordered the crew to hoist the jack.
jack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated, slang (sailor)ναύτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Every jack was lost when the ship went down.
jack [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (car, etc.)ανεβάζω, σηκώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κατά λέξη)ανεβάζω με γρύλο, σηκώνω με γρύλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Kate jacked up her car so that she could look at the brake pads.
jack [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (raise: prices)ανεβάζω, αυξάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The bank jacked up the interest rates.
jack [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (raise: speed)ανεβάζω, αυξάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Paul jacked up the speed on his cruise control when he entered Nevada.
jack [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, slang (steal) (αργκό, μεταφορικά)σουφρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Fred jacked a pack of cigarettes from the store.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Jack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male given name)Τζακ ουσ αρσ κυρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
jack | Jack
ΑγγλικάΕλληνικά
jack [sth] in vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." UK, slang (abandon, quit) (ΗΒ, αργκό)τα παρατάω, εγκαταλείπω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Ali plans to jack in his job as soon as he starts his MA.
jack off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." vulgar, slang (masturbate) (αργκό)τον παίζω, την παίζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (χυδαίο)τραβάω μαλακία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Steve jacks off when he reads his magazines.
 Ο Στηβ τον παίζει όταν διαβάζει τα περιοδικά του.
jack [sb] off,
jack off [sb]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
slang, vulgar (bring to orgasm) (χυδαίο)φέρνω σε οργασμό, την παίζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He asked her to jack him off, but she refused and left.
 Της ζήτησε να του την παίξει, αλλά αυτή αρνήθηκε κι έφυγε.
jack [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (raise)ανεβάζω, σηκώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When you have to change a tire, you must first jack up the car until the wheel is off the ground.
jack [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative, slang (price: increase) (αργκό, μεταφορικά)τσιμπάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ανεβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Some restaurants jack up the price of cold drinks during spells of hot weather.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
jack | Jack
ΑγγλικάΕλληνικά
coho,
coho salmon,
cohoe salmon,
cohoe,
silver salmon,
blue jack
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fish: variety of salmon)σολωμός κοχό φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  ασημένιος σολωμός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  (μεταφορικά)λευκό ψάρι φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (επίσημη ονομασία)ασημένιος σολωμός Ειρηνικού φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
jack cheese (mild cheddar)τυρί Monterey Jack φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Jack Frost nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (frosty weather)παγωνιά, βαρυχειμωνιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Jack Frost had called during the night and there was ice on the windows.
jack of all trades,
jack-of-all-trades
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (many skills)παιδί για όλες τις δουλειές φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 My dad was a real jack of all trades; he could repair virtually anything.
jack of all trades,
jack-of-all-trades,
jack of all trades,
master of none,
jack-of-all-trades,
master of none
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, pejorative (shallow skill in many things)παιδί για όλες τις δουλειές έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Jack of Spades nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (one of the playing cards in a deck)βαλές μπαστούνι φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The Jack of Spades is one of the two one-eyed Jacks.
Jack Russell Terrier,
Jack Russell
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(dog breed) (ράτσα σκύλων)τζακ ράσελ, τεριέ τζακ ράσελ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  Jack Russel terrier ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
jack-in-the-box nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (toy: doll springs up when opened)φασουλής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: Πρόκειται για παιχνίδι που αποτελείται από ένα κουτί που όταν ανοίγει πετάγεται ένα κουκλάκι.
jack-in-the-pulpit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (North American plant) (φυτό)ινδική γογγύλια επίθ + ουσ θηλ
jack-o'-lantern,
jack-o-lantern
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Halloween: carved pumpkin)φανάρι από σκαλισμένη κολοκύθα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
jackknife,
jack-knife
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tool: pocket knife)σουγιάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Bob used his jackknife to open the box.
jackknife,
jack-knife
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (movement: folding in half) (μεταφορικά)δίπλωμα στη μέση ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It was obvious, from his jackknife, that the blow had really hurt the boxer.
jackknife,
jack-knife
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (dive with bend)κατάδυση δίπλωσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The diver's jackknife was as perfect as could be.
jackknife,
jack-knife
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
figurative (fold in half) (μεταφορικά)διπλώνομαι στη μέση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A lorry had jacknifed on the motorway, causing massive tailbacks.
 Μια ρυμούλκα είχε διπλώσει στη μέση στον αυτοκινητόδρομο, προκαλώντας εκτεταμένα μποτιλιαρίσματα.
jackknife,
jack-knife
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
figurative (dive)κάνω κατάδυση με δίπλωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The diver jackknifed cleanly into the water.
jackrabbit,
jack rabbit
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(North American hare)κουνέλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
jackrabbit,
jack rabbit
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(with a sudden movement forward)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
quarantine flag,
yellow flag,
also UK: yellow jack
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(ship's disease signal)σημαία καραντίνας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
telephone jack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (socket for plugging in a phone)πρίζα τηλεφώνου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 When I accidentally pulled the cord from the telephone jack, the phone went dead.
Union Jack nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (United Kingdom national flag)βρετανική σημαία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
yellow fever,
yellow jack
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(infectious febrile disease)κίτρινος πυρετός επίθ + ουσ αρσ
 I caught yellow fever on a trip to Africa.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'jack' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [buy, use, need] a jack plug, a [headphone, Ethernet, telephone] jack, cards: the jack of [diamonds, hearts, clubs, spades], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση jack στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'jack'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης