itchy

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɪtʃi/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ichē)


Inflections of 'itchy' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
itchier
adj comparative
itchiest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
itchy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (body part: itching, irritated)που έχει φαγούρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομ, μεταφορικά)που με τρώει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 This new washing-powder's making me itchy all over.
 Αυτό το νέο απορρυπαντικό πλυσίματος μου προκαλεί φαγούρα παντού.
itchy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fabric: causing irritation)που μου προκαλεί φαγούρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που με φαγουρίζει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)που με τρώει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I can't wear my new sweater because it's too itchy.
 Δε μπορώ να βάλω το νέο μου πουλόβερ γιατί με τρώει πολύ.
itchy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (person: restless) (μεταφορικά)νευρικός, ανήσυχος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The students get itchy after an hour-long class.
 Οι μαθητές γίνονται νευρικοί (or: ανήσυχοι) μετά από μια ώρα μάθημα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'itchy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an itchy [arm, leg, face], an itchy [rash, bug bite, bump], scratch an itchy rash, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση itchy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'itchy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης