issue

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɪʃuː/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɪʃu/ ,USA pronunciation: respelling(isho̅o̅ or, esp. Brit., isyo̅o̅)


Inflections of 'issue' (v): (⇒ conjugate)
issues
v 3rd person singular
issuing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
issued
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
issued
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
issue vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (distribute)διανέμω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)μοιράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They're going to issue new membership cards next month.
 Θα διανείμουν νέες κάρτες μελών τον άλλο μήνα.
 Θα μοιράσουν νέες κάρτες μελών τον άλλο μήνα.
 Θα βγάλουν νέες κάρτες μελών τον άλλο μήνα.
 Θα δώσουν νέες κάρτες μελών τον άλλο μήνα.
issue vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (publish) (δημοσιεύω, επίσημο)εκδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He issued an apology for his remarks.
 Εξέδωσε απολογία για τα σχόλιά του.
issue [sth] to [sb] vtr + prep (distribute [sth] to [sb])εκδίδω κτ σε κπ, εκδίδω κτ για κπ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)βγάζω κτ για κπ, βγάζω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 The university issues identity cards to all its students.
 Το πανεπιστήμιο εκδίδει ταυτότητες για όλους του τους φοιτητές.
issue [sb] with [sth] vtr + prep (give, send [sb] [sth])εκδίδω κτ για κπ, εκδίδω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)βγάζω κτ για κπ, βγάζω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 The library issued me with a new card.
 Στη βιβλιοθήκη μου έβγαλαν καινούρια κάρτα.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (problem, dispute) (πρόβλημα)ζήτημα, θέμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The ownership of the land is the main issue.
 Η ιδιοκτησία της γης είναι το κύριο ζήτημα (or: θέμα).
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stamps) (γραμματόσημα)έκδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 These stamps are a special coronation issue from 1953.
 Αυτά τα γραμματόσημα είναι ειδική έκδοση της στέψης του 1953.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (publication: edition) (βιβλίο)αντίτυπο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (περιοδικό)τεύχος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 They printed a special issue of the book on high-quality paper.
 Τύπωσαν ένα ειδικό αντίτυπο του βιβλίου σε χαρτί υψηλής ποιότητας.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Αγόρασα ένα συλλεκτικό τεύχος του αγαπημένου μου περιοδικού.
issue from [sth] vi + prep (be emitted)βγαίνω από κτ ρ αμ + προθ
 Smoke issued from the chimney.
 Καπνός βγήκε από την καμινάδα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (distribution)έκδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The town hall oversees the issue of liquor licenses.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (emission) (επίσημο)εκροή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The Dead Sea is a lake with no issue.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (promulgation)δημοσίευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They're preparing the issue of a new statement.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (sending out)αποστολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 All these items are ready for issue.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: bonds)έκδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The government announced a new issue of bonds.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: stock)έκδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The board approved another issue of stock in the company.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (offspring) (επίσημο)απόγονος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  παιδί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He died without issue.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (problems) (καθομιλουμένη)θέμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πρόβλημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He has unresolved issues from his childhood.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (question)θέμα, ζήτημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She's concerned about the issue of work place harassment.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outlet)διέξοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They finally brought their arguments to an issue.
issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medicine: discharge) (επίσημο)εκροή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She suffered from an issue of blood.
issue from [sth] vi + prep (arise due to [sth](από, λόγω, εξαιτίας κλπ)προκύπτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Many problems issued from that decision.
issue from [sth] vi + prep (be accrued)προέρχομαι από κτ ρ αμ + προθ
  προκύπτω από κτ ρ αμ + προθ
 A lot of profits issued from the investment.
issue into [sth] vi + prep (flow into [sth])εκβάλλω σε κτ ρ αμ + προθ
  χύνομαι σε κτ ρ αμ + προθ
 The river issued into the sea.
issue vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (emit)εκπέμπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The oven issues enough heat to keep the room warm.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
at issue advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (being discussed, in question)υπό συζήτηση, προς εξέταση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 At issue here are the psychological origins of criminal behaviour.
back issue,
back number
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(magazine, etc.: earlier issue)παλαιότερο τεύχος, προηγούμενο τεύχος επίθ + ουσ ουδ
  παρελθόν τεύχος επίθ + ουσ ουδ
burning issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (urgent matter for discussion)φλέγον θέμα, φλέγον ζήτημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Today's burning issue is deciding where to go for lunch.
burning issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (keenly-debated topic)φλέγον θέμα, φλέγον ζήτημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Religion is always a burning issue.
delicate issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sensitive matter)ευαίσθητο ζήτημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Sexual impotency is a delicate issue which most men find difficult to discuss, even with their doctor.
fudge the issue v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be vague, obscure)αποφεύγω το ζήτημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  υπεκφεύγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για να μη μαθευτεί)αποσιωπώ το ζήτημα, αποκρύπτω το ζήτημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
hot issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subject getting a lot of attention) (μεταφορικά)καυτό θέμα επίθ + ουσ ουδ
  επίμαχο ζήτημα επίθ + ουσ ουδ
hot issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: high-priced shares issue)μετοχή υψηλής ζήτησης, μετοχή που πουλιέται σε υψηλή αξία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
issue a command v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (give an order)βγάζω διαταγή, εκδίδω διαταγή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάποιον να κάτι κάτι)διατάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The general issued a command for his men to be ready for battle.
issue a denial viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (deny publicly and formally)αρνούμαι δημοσίως ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 When it was reported that Madonna had remarried, her publicist quickly issued a denial.
issue a statement v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (announce)βγάζω ανακοίνωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ότι/πως)ανακοινώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The FBI issued a statement denying that the journalist was under investigation.
issue a writ v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (law: order [sth](νομικά)εκδίδω ένταλμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
issue an injunction v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (law: put out a restraining order) (νομικά)εκδίδω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The celebrity was relieved when the judge issued an injunction against her stalker.
issue date nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (library book: date borrowed)ημερομηνία έκδοσης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
issue date nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: date on which bond, security, insurance policy is issued)ημερομηνία έκδοσης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
key issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crucial subject)σημαντικό θέμα, σημαντικό ζήτημα επίθ + ουσ ουδ
  ζήτημα κλειδί φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
main issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (central problem)βασικό ζήτημα, βασικό πρόβλημα επίθ + ουσ ουδ
 The main issue with the new airport is that it will cause a lot of noise pollution.
point at issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (matter being discussed)θέμα υπό συζήτηση ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Global warming was the main point at issue of the conference.
question at issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (matter being discussed)υπό συζήτηση θέμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 That's good to know … but the question at issue is entirely different.
rights issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (offer made to existing shareholders)προσφορά δικαιωμάτων, έκδοση δικαιωμάτων εγγραφής, προσφορά αγοράς μετοχών σε υπάρχοντες μετόχους φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
side issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (topic not as important as main one)δευτερεύον θέμα επίθ + ουσ ουδ
standard-issue adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (typically given)συνηθισμένος, καθιερωμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)στανταράκι ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
take issue with [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (disagree with)διαφωνώ με κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
  αντιτίθεμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 She took issue with his claim of innocence.
valence issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (politics: topic everyone agrees on)θέμα κοινής αποδοχής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
wedge issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (politics: controversial topic)αμφιλεγόμενο ζήτημα επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'issue' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: issue a [statement, warning, complaint, citation], [social, economic, political, strategic] issues, issued a [report, warrant, passport], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση issue στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'issue'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης