irregularity

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪˌrɛgjʊˈlærɪti/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ɪˌrɛgjəˈlærɪti/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(i reg′yə lari tē)


Inflections of 'irregularity' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": irregularities

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
irregularity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (aberration, [sth] unusual)ανωμαλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My mother is saddened by the irregularity of my visits home.
irregularity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. euphemism (constipation)δυσκοιλιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My doctor is troubled by my irregularity.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'irregularity' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση irregularity στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'irregularity'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης