invader

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈveɪdər/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
invader nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (invading army, country)εισβολέας, επιδρομέας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 German invaders entered Poland in 1939.
invader nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intruder)εισβολέας, επιδρομέας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The invader frequently entered his neighbor's home without permission.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'invader' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση invader στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'invader'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης