intervention

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɪntərˈvɛnʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌɪntɚˈvɛnʃən/ ,USA pronunciation: respelling(in′tər venshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
intervention nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (stepping in to halt progress)παρέμβαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The boss's intervention with the department head finally led to some positive changes.
 Η παρέμβαση του αφεντικού στον τμηματάρχη οδήγησε τελικά σε μερικές θετικές αλλαγές.
intervention nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military action)παρέμβαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  εμπλοκή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The US intervention in Second World War began after the bombing of Pearl Harbor.
 Η εμπλοκή των ΗΠΑ στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο ξεκίνησε μετά τον βομβαρδισμό τού Περλ Χάρμπορ.
intervention nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (psychological help)παρέμβαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς δεν συνηθίζεται η διαδικασία αυτή.
 Seth's family decided that an intervention was the only way to discourage him from using drugs.
 Η οικογένεια του Σεθ αποφάσισε πως μια παρέμβαση ήταν ο μόνος τρόπος να τον αποτρέψουν από τη χρήση ναρκωτικών.
intervention nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (political interference abroad)παρέμβαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The government's intervention in the political affairs of other countries needs to stop.
 Η παρέμβαση της κυβέρνησης στις πολιτικές υποθέσεις άλλων κρατών πρέπει να σταματήσει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
intervention nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (price control)παρέμβαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The central bank's intervention was intended to control interest rates during the recession.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
nonintervention,
non-intervention
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(non-interference in foreign affairs)μη παρέμβαση, μη ανάμειξη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
surgical intervention nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (operation, surgery)χειρουργική επέμβαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'intervention' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: intervention strategies, is this an intervention?, this is an intervention, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση intervention στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'intervention'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης