interruption

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɪntəˈrʌpʃən/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(in′tə rupshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
interruption nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unscheduled disruption)διακοπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was an interruption in our Internet service this morning.
 Υπήρξε μια διακοπή στη σύνδεσή μας στο διαδίκτυο σήμερα το πρωί.
interruption nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] causing disruption)διακοπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It's hard to get any work done with all these interruptions.
 Είναι δύσκολο να γίνει δουλειά με όλες αυτές τις διακοπές.
interruption nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (speech: interjecting remark)διακοπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  διακόπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Before her interruption I was trying to explain the budget.
 Πριν τη διακοπή προσπαθούσα να εξηγήσω τον προϋπολογισμό.
 Πριν με διακόψουν προσπαθούσα να εξηγήσω τον προϋπολογισμό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'interruption' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση interruption στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'interruption'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης