interesting

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɪntərɛstɪŋ/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈɪntərəstɪŋ, -trəstɪŋ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(intər ə sting, -trə sting, -tə res′ting)



Σε αυτή τη σελίδα: interesting, interest

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
interesting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (arousing interest)ενδιαφέρων μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 That's an interesting subject. I want to talk more about it later.
 Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον θέμα. Θέλω να το συζητήσουμε αναλυτικότερα αργότερα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
interesting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (holding attention)ενδιαφέρων μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 The movie was interesting for the entire three hours.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
interest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (curiosity, concern)ενδιαφέρον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Some people have an interest in other cultures while others do not.
 Κάποιοι δείχνουν ενδιαφέρον για διάφορους πολιτισμούς, ενώ κάποιοι άλλοι όχι.
interest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (concern)ενδιαφέρον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  έγνοια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My interest in the dispute is based on care for both people.
 Δείχνω ενδιαφέρον για τη διαμάχη επειδή νοιάζομαι και για τα δύο άτομα.
interest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: earnings) (οικονομία)τόκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  επιτόκιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This bank account gives 3% interest per year.
 Αυτή η τράπεζα δίνει 3% τόκο τον χρόνο.
 Αυτός ο λογαριασμός έχει το υψηλότερο ετήσιο επιτόκιο, 3%.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
interest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hobby)ενδιαφέρον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)χόμπυ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 His interests include biking and studying languages.
interest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: ownership) (μεταφορικά)συμφέρον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He has a financial interest in this company and may lose all his money.
interest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (personal benefit)συμφέρον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He did what was in his interest and didn't care for the feelings of the others.
interest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: loan)τόκος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 He pays 7% interest on their car loan.
interest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (participation in sthg)ενδιαφέρον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She always takes an interest in the village fair.
 Πάντα δείχνει ενδιαφέρον για το πανηγύρι του χωριού.
interest vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (engage attention)ενδιαφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Yes, other cultures really interest me.
interest vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (induce participation by [sb])κινώ το ενδιαφέρον έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δελεάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  θα ήθελα κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  θα με ενδιέφερε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Συνήθως αποδίδεται
 Can I interest you in some ice cream?
 Θα θέλατε λίγο παγωτό;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'interesting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is an interesting [idea, point, proposition, character], is the [most, least] interesting thing I have [seen, heard] in a long time, is interesting to [see, note, visit, know], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση interesting στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'interesting'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης