insurer

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈʃʊərər/, /ɪnˈʃɔːrər/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(in shŏŏrər, -shûr-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insurer,
also UK: assurer
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(insurance company)ασφαλιστική εταιρεία επίθ + ουσ θηλ
 My insurer will not cover flood damage.
insurer,
also UK: assurer
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(insurance salesperson)ασφαλιστής, ασφαλίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 My insurer filed the claim for me.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'insurer' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση insurer στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'insurer'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης