insured

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈʃʊərd/, /ɪnˈʃɔːrd/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ɪnˈʃʊrd, -ˈʃɝd/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(in shŏŏrd, -shûrd)


From the verb insure: (⇒ conjugate)
insured is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: insured, insure

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insured adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." ([sb]: has insurance)ασφαλισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 At the time of the accident I wasn't insured.
 Όταν έγινε το ατύχημα δεν ήμουν ασφαλισμένος.
insured adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (object: protected against loss)ασφαλισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The paintings in the collection are all insured.
 Οι πίνακες της συλλογής δεν είναι όλοι ασφαλισμένοι.
the insured nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal ([sb] with insurance)ο ασφαλισμένος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The insured has the right to file an appeal.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insure [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (protect financially) (το αυτοκίνητο, το σπίτι κλπ)ασφαλίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ζωής, υγείας, κλοπής κλπ)κάνω ασφάλεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Peter insured his life, health, and car all under the same plan.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
insured | insure
ΑγγλικάΕλληνικά
be insured against all liability v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (protected against insurance claims) (νομική)είμαι ασφαλισμένος για αστική ευθύνη έναντι τρίτων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'insured' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση insured στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'insured'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης