insupportable

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɪnsəˈpɔːrtəbəl/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌɪnsəˈpɔrtəbəl/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(in′sə pôrtə bəl, -pōr-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insupportable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unbearable)αφόρητος, αβάσταχτος, ανυπόφορος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομ)που δεν αντέχεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση insupportable στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'insupportable'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης