insulting

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈsʌltɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(in sulting)

Σε αυτή τη σελίδα: insulting, insult

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insulting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (rude, offensive)υβριστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)προσβλητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Your remarks about my weight are insulting.
insulting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (pejorative, derogatory)υβριστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)προσβλητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My coworker makes insulting comments about women.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insult [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (offend with words)προσβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Kyle insulted Dan when he called him a ninny.
 Ο Κάιλ προσέβαλε τον Νταν όταν τον αποκάλεσε βλάκα.
insult [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (offend)προσβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Karen insulted her grandmother when she forgot to send her a thank you card. Amanda insulted her boss by making a rude gesture at him.
 Η Κάρεν προσέβαλε τη γιαγιά της όταν ξέχασε να της στείλει ευχαριστήρια κάρτα. Η Αμάντα προσέβαλε το αφεντικό της κάνοντας του μια αγενή χειρονομία.
insult nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (offending words)προσβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (λόγιο: συχνά πληθυντικός)ύβρις ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Ben shouted insults at Gary.
 Ο Μπεν φώναζε βρισιές προς τον Γκάρυ.
an insult to [sth/sb] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (offending action)προσβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (λόγιος)ύβρις ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Tom thought that being denied the job was a huge insult to him.
 Ο Τομ θεώρησε πως το ότι δε του δόθηκε η δουλειά ήταν μια τεράστια προσβολή για το άτομό του.
insult nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medical: trauma)βλάβη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The patient had suffered a huge insult to his kidneys.
 Ο ασθενής είχε υποστεί σημαντικότατη βλάβη στα νεφρά του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'insulting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση insulting στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'insulting'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης