insulating



From the verb insulate: (⇒ conjugate)
insulating is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: insulating, insulate

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insulating adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (blocking out sound)μονωτικός, ηχομονωτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You can block out sound by insulating the walls.
insulating adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (trapping heat)μονωτικός, θερμομονωτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Down jackets are insulating.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insulate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (building: keep heat in)μονώνω, θερμομονώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κτ)βάζω μόνωση, βάζω θερμομόνωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Insulate the walls of your home with fibreglass or foam.
 Μονώστε (or: θερμομονώστε) τους τοίχους του σπιτιού σας με φάιμπεργκλας ή αφρό.
insulate [sb] from [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (protect: [sb](κπ από κτ)προστατεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They're trying to insulate their children from all the public attention.
 Προσπαθούν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από το ενδιαφέρον του κοινού.
insulate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (building: make soundproof)μονώνω, ηχομονώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κτ)βάζω ηχομόνωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We've insulated the studio to prevent sound contamination.
 Μονώσαμε (or: ηχομονώσαμε) το στούντιο για να αποφύγουμε την ηχορύπανση.
insulate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (keep warmth in)μονώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You can insulate your mattress with a wool cushion.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
insulating | insulate
ΑγγλικάΕλληνικά
insulating tape,
electrical tape
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(electrical tape)μονωτική ταινία επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'insulating' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση insulating στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'insulating'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης