insulate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɪnsjʊleɪt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈɪnsəˌleɪt, ˈɪnsjə-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(insə lāt′, insyə-)


Inflections of 'insulate' (v): (⇒ conjugate)
insulates
v 3rd person singular
insulating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
insulated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
insulated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insulate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (building: keep heat in)μονώνω, θερμομονώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κτ)βάζω μόνωση, βάζω θερμομόνωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Insulate the walls of your home with fibreglass or foam.
 Μονώστε (or: θερμομονώστε) τους τοίχους του σπιτιού σας με φάιμπεργκλας ή αφρό.
insulate [sb] from [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (protect: [sb](κπ από κτ)προστατεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They're trying to insulate their children from all the public attention.
 Προσπαθούν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από το ενδιαφέρον του κοινού.
insulate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (building: make soundproof)μονώνω, ηχομονώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κτ)βάζω ηχομόνωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We've insulated the studio to prevent sound contamination.
 Μονώσαμε (or: ηχομονώσαμε) το στούντιο για να αποφύγουμε την ηχορύπανση.
insulate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (keep warmth in)μονώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You can insulate your mattress with a wool cushion.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'insulate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση insulate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'insulate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης