insufficient

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɪnsəˈfɪʃənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌɪnsəˈfɪʃənt/ ,USA pronunciation: respelling(in′sə fishənt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insufficient adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (amount: not enough) (ποσό)ανεπαρκής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 We have insufficient funds to complete the building.
 Έχουμε ανεπαρκή κεφάλαια για να αποπερατώσουμε το κτίριο.
insufficient adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lacking, inadequate)ανεπαρκής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Insufficient preparation led to a poor test performance.
 Η ανεπαρκής προετοιμασία οδήγησε σε κακή επίδοση στο διαγώνισμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
insufficient funds nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (not enough money in the bank)ανεπαρκές υπόλοιπο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)δεν έχει αρκετό υπόλοιπο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The account has insufficient funds to honor the check.
insufficient income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (low earnings)ανεπαρκές εισόδημα επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'insufficient' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση insufficient στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'insufficient'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης