inspired

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈspaɪərd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪnˈspaɪrd/ ,USA pronunciation: respelling(in spīərd)

From the verb inspire: (⇒ conjugate)
inspired is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: inspired, inspire

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inspired adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: stimulated)συνεπαρμένος, ενθουσιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 A trip to the art gallery always leaves me feeling inspired.
 Μια επίσκεψη στην γκαλερί πάντα με κάνει να νιώθω συνεπαρμένος.
inspired adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (idea: showing inspiration)εμπνευσμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 They certainly have an inspired approach to the problem.
 Είναι βέβαιο πως έχουν μια εμπνευσμένη προσέγγισή για το πρόβλημα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inspire [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (motivate [sb])δίνω κίνητρο σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εμπνέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Fred tried to inspire his workers by offering stock options.
 Ο Φρεντ προσπαθούσε να δώσει κίνητρο στους υπαλλήλους του προσφέροντάς τους μετοχές στην εταιρεία.
inspire [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (motivate [sb] to do [sth])δίνω κίνητρο σε κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εμπνέω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My sister's success in business inspired me to set up my own company.
 Η επιτυχία της αδελφής μου στις επιχειρήσεις με ενέπνευσε να ξεκινήσω τη δική μου εταιρεία.
inspire [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (awaken [sb]'s creative ideas)εμπνέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Impressionism inspires me more than any other art movement.
 Ο Ιμπρεσιονισμός με εμπνέει περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο καλλιτεχνικό κίνημα.
inspire [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (prompt: an idea)εμπνέομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  παίρνω έμπνευση για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Kate uses music to inspire her artwork.
 Η Κέιτ χρησιμοποιεί τη μουσική για να την εμπνέει για τα καλλιτεχνικά της έργα.
inspire [sth] in [sb] vtr + prep (arouse [sth])εμπνέω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 Jeff's work inspired a lot of confidence in his abilities among the management, and he was promoted soon.
 Η δουλειά του Τζεφ ενέπνευσε στη διοίκηση μεγάλη εμπιστοσύνη στις ικανότητες του και του έδωσαν προαγωγή σύντομα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inspire viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." formal (technical: inhale)εισπνέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
inspire [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (divine guidance)εμπνέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The martyr maintained that God had inspired her actions.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'inspired' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an inspired [move, choice, performance], an inspired [painter, writer, artist], felt inspired to [write, paint], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση inspired στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'inspired'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης