insomniac

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈsɒmniæk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪnˈsɑmniˌæk/ ,USA pronunciation: respelling(in somnē ak′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insomniac nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person who cannot sleep)που πάσχει από αϋπνία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 David is an insomniac so he is sleepy all day.
insomniac adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unable to sleep)που πάσχει από αϋπνία περιφρ
 My insomniac tendencies cause me to surf the web all night long.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση insomniac στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'insomniac'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης