insoluble

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈsɒljʊbəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪnˈsɑljəbəl/ ,USA pronunciation: respelling(in solyə bəl)

Σε αυτή τη σελίδα: insoluble, insolvable
Ο όρος 'insoluble' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'insolvable'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'insoluble' is an alternate term for 'insolvable'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insoluble adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (incapable of being dissolved)αδιάλυτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 When cooking, don't use insoluble salts.
insoluble adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (incapable of being solved)άλυτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This is an insoluble puzzle!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insolvable,
insoluble
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(impossible to solve) (δεν διαλύεται)αδιάλυτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (δεν λύνεται)ανεπίλυτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'insoluble' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση insoluble στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'insoluble'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης