insistent

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈsɪstənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪnˈsɪstənt/ ,USA pronunciation: respelling(in sistənt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insistent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: demanding, persistent) (άτομο)επίμονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 If you're gentle but insistent, you'll get your way eventually.
 Αν είσαι ευγενικός αλλά επίμονος κάποια στιγμή θα τα καταφέρεις.
insistent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sound, action: incessant)επίμονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Her insistent pestering finally made us cave in.
 Οι επίμονες οχλήσεις της τελικά μας ανάγκασαν να υποκύψουμε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'insistent' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση insistent στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'insistent'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης