insert

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈs3ːrt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/v. ɪnˈsɝt; n. ˈɪnsɝt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. in sûrt; n. insûrt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insert [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put in: physically)εισάγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Seth inserted the DVD into the DVD player.
 Ο Σεθ έβαλε το DVD μέσα στο DVD player.
insert [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put in: text)εισάγω, προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The editor inserted some comments to the author into the manuscript.
 Ο εκδότης πρόσθεσε κάποια σχόλια στο χειρόγραφο για τον συγγραφέα.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
insert nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sthg to insert)ένθετο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 There was an insert in the booklet.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
insert in vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (put into)εισάγω, βάζω, θέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
orthopedic insert (US),
orthopaedic insert (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(corrective device worn in a shoe) (σε παπούτσι)ορθοπεδικό ένθετο επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)ανατομικός πάτος επίθ + ουσ αρσ
package insert nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (promotional leaflet sent with goods)εσώκλειστο διαφημιστικό φυλλάδιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εσώκλειστο διαφημιστικό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'insert' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [magazine, book] insert, a [CD, DVD, record, sleeve] insert, the insert fell [out, on the floor], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση insert στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'insert'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης