infringe

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈfrɪndʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪnˈfrɪndʒ/ ,USA pronunciation: respelling(in frinj)

Inflections of 'infringe' (v): (⇒ conjugate)
infringes
v 3rd person singular
infringing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
infringed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
infringed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
infringe [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (breach, violate)παραβιάζω, παραβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you infringe any of the rules you will be suspended.
infringe on [sth] vi + prep (encroach on)παραβιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταπατώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please don't infringe on the family's privacy after hours.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'infringe' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση infringe στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'infringe'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης