indoor

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɪnˈdɔːr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɪnˌdɔr/ ,USA pronunciation: respelling(indôr′, -dōr′)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
indoor adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (inside, not exterior)εσωτερικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)κλειστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 If it rains, we'll go to the indoor swimming pool.
 Αν βρέξει, θα πάμε στην εσωτερική πισίνα.
indoors advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (inside, not outdoors)μέσα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  σε κλειστό χώρο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Stay indoors till it stops raining.
 Μείνε σε κλειστό χώρο μέχρι να σταματήσει η βροχή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
indoor pool nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (swimming pool inside a building)εσωτερική πισίνα επίθ + ουσ θηλ
  πισίνα εσωτερικού χώρου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Most hotels have an indoor pool.
indoor soccer (sports)ποδόσφαιρο κλειστού χώρου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'indoor' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an indoor [pool, track, court], [practice, drive, run] on an indoor track, indoor air [quality, pollution], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση indoor στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'indoor'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης