indissoluble

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɪndɪˈsɒljʊbəl/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌɪndɪˈsɑljəbəl/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(in′di solyə bəl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
indissoluble adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (substance: that will not dissolve)αδιάλυτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
indissoluble adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lasting forever, perpetual) (μεταφορικά: στο χρόνο)άρρηκτος, ακατάλυτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  σταθερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (λόγιος)αέναος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση indissoluble στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'indissoluble'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης