incumbent

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈkʌmbənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪnˈkʌmbənt/ ,USA pronunciation: respelling(in kumbənt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
incumbent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: current, in office)εν ενεργεία φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  τρέχων μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 The incumbent mayor has done a good job in his time in office.
 Ο εν ενεργεία δήμαρχος έχει κάνει καλή δουλειά κατά τη θητεία του.
incumbent on [sb],
incumbent upon [sb]
adj + prep
(obligatory for [sb](κάποιου)καθήκον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  αρμοδιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)δουλειά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  που βαρύνει κάποιον περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The duty of managing finances is incumbent on the organization's treasurer.
 Η αρμοδιότητα του χειρισμού των οικονομικών βαρύνει τον ταμία της οργάνωσης.
incumbent on [sb] to do [sth],
incumbent upon [sb] to do [sth]
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(obligatory for [sb](κάποιου να κάνει κτ)καθήκον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  αρμοδιότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)δουλειά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It is incumbent on the bride's father to make a speech at the wedding.
 Είναι καθήκον του πατέρα της νύφης να βγάλει λόγο στον γάμο.
incumbent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person in office at time of election) (ακολουθεί το αξίωμα)εν ενεργεία φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  τρέχων μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 The incumbent wins in most elections.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
incumbent on [sth],
incumbent upon [sth]
adj + prep
archaic (resting on)ξαπλωμένος σε κτ μτχ πρκ + πρόθ
 The man was incumbent on his bed.
 Ο άνδρας ήταν ξαπλωμένος στο κρεββάτι του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: the incumbent will be [speaking, appearing], the presidential incumbent (of the White House), the [last, present, previous] incumbent, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση incumbent στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'incumbent'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης