increase

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations noun: /ˈɪnkriːs/, verb: /ɪnˈkriːs/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/v. ɪnˈkris; n. ˈɪnkris/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. in krēs; n. inkrēs)


Inflections of 'increase' (v): (⇒ conjugate)
increases
v 3rd person singular
increasing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
increased
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
increased
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
increase viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (go up)αυξάνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ανεβαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 House prices have increased by 5%.
 Οι τιμές των ακινήτων έχουν αυξηθεί κατά 5%.
increase nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rise)αύξηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The increase in the number of models for sale failed to raise profits.
 Η αύξηση του αριθμού των μοντέλων προς πώληση δεν κατάφερε να επιφέρει περισσότερα κέρδη.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
increase nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (price: rise)αύξηση, άνοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The increase in prices scared away customers.
increase nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (quantified)αύξηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was a 3% increase in visitors.
increase nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (profit)κέρδος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The company has shown a significant increase this year.
increase viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (become more numerous)αυξάνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The number of mosquitoes increases in the summer.
increase viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (go up)αυξάνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ανεβαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (ποιότητα)βελτιώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  καλυτερεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The quality of this product has increased over the last year.
increase [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make more numerous)αυξάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)μεγαλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They increased the number of apples at the store.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
increase in size nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (growth, expansion)επέκταση, ανάπτυξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Our infrastructure hasn't kept up with the increase in size of the city over the last decade.
increase in size v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (get bigger)μεγαλώνω, επεκτείνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 When you boil rice it increases in size.
increase its numbers v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (attract more followers)προσελκύω περισσότερους οπαδούς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The party needs to increase its numbers if it is to win the next election.
increase its numbers v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (employ more staff)απασχολώ περισσότερο προσωπικό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The organisation needs to increase its numbers in Europe.
increase the chances v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make [sth] more likely)αυξάνω τις πιθανότητες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you smoke, you are increasing the chances of an early death.
increase the temperature v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (turn the heat up)ανεβάζω τη θερμοκρασία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you want the roast potatoes to cook properly you will need to increase the temperature in the oven. I'm cold, is there any way to increase the temperature in this room?
 Αν θες οι ψητές πατάτες να μαγειρευτούν σωστά, θα χρειαστεί να ανεβάσεις τη θερμοκρασία του φούρνου. Κρυώνω. Υπάρχει κάποιος τρόπος να ανεβάσουμε τη θερμοκρασία στο δωμάτιο;
on the increase adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (growing, increasing)σε ανοδική πορεία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Tuberculosis is on the increase, especially among the indigent.
wage increase nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pay raise)αύξηση μισθών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'increase' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: increase [sales, profit], a [tax, price] increase, increase [production, efficiency], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση increase στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'increase'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης