Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

income tax liability


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο income παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: tax | liability

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (personal earnings)εισόδημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He has a very high annual income.
 Έχει πολύ υψηλό ετήσιο εισόδημα.
income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (profit)καθαρό εισόδημα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  καθαρά έσοδα φρ ως ουσ ουδ πλ
  κέρδος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We had $3000 income after expenses.
 Είχαμε 3.000 δολάρια κέρδος αν αφαιρέσουμε τα έξοδα.
income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gross receipts)ακαθάριστο εισόδημα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  μικτά έσοδα φρ ως ουσ ουδ πλ
 The business had a substantial income, but when they subtracted their costs, their profit was not very impressive.
 Η επιχείρηση είχε μεγάλο ακαθάριστο εισόδημα, αλλά αφού αφαίρεσαν τα έξοδα, το κέρδος δεν ήταν εντυπωσιακό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (investment earnings)έσοδο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  εισόδημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The income from the investment was substantial.
income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (interest earnings)έσοδο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  εισόδημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This investment will provide you with a 4% income.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
deferred income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (accounting: advance payments)προεισπραγμένα έσοδα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)προεισπραχθέν έσοδο, προεισπραττόμενο εισόδημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (οικονομία, λογιστική)έσοδα επόμενων χρήσεων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
discretionary income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (money for luxuries)διαθέσιμο εισόδημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I spend quite a lot of my discretionary income on music and books.
disposable income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (money available for luxuries)διαθέσιμο εισόδημα επίθ + ουσ ουδ
 Disposable income is what you have left after you have paid for all the essentials like rent, bills, and food.
earned income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (money earned from work)εισόδημα από δεδουλευμένη εργασία ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Earned income does not include interest or investment income. His bills were much greater than his earned income could pay.
 Το εισόδημα από δεδουλευμένη εργασία δεν περιλαμβάνει τόκους ή εισόδημα από επενδύσεις.
estimated income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (approximate earnings)εκτιμώμενο εισόδημα επίθ + ουσ ουδ
 I'm budgeting next year's taxes based on estimated income.
fixed income,
fixed-income
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(with a set rate)σταθερό εισόδημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The fixed-income housing was rent controlled at a low price.
gross income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (earnings before tax)ακαθάριστο εισόδημα επίθ + ουσ ουδ
  ακαθάριστα έσοδα, μικτά έσοδα επίθ + ουσ ουδ πλ
  (καθομιλουμένη)μικτά επίθ ως ουσ ουδ πλ
 On the application, do you want me to put down my gross income per month or how much I get after they take out taxes?
guaranteed income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (assured wage)ελάχιστο ετήσιο εισόδημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I prefer the guaranteed income of a salary to the insecurity of contract consulting.
high income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large earnings)υψηλό εισόδημα επίθ + ουσ ουδ
 You need a high income in order to live in central London.
high-income n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (with a higher than average income)με υψηλό εισόδημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει υψηλό εισόδημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 High-income taxpayers no longer receive child benefit.
household income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (total earnings of a family)οικογενειακό εισόδημα επίθ + ουσ ουδ
 household income is used to assess eligibility for student loans.
income accounting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (calculation of profits)υπολογισμός εσόδων έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
income bracket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (earnings range)εισοδηματική τάξη επίθ + ουσ θηλ
  εισοδηματικό κλιμάκιο επίθ + ουσ ουδ
income gap nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disparity of earnings)ειδοδηματική ανισότητα επίθ + ουσ θηλ
  απόκλιση ειδοσημάτων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)ψαλίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
income maintenance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subsistence policies)προστασία εισοδήματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  διατήρηση εισοδήματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
income per capita nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (earnings per person)κατά κεφαλήν εισόδημα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Norway has the highest income per capita in the world.
income statement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (report of earnings)κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
income support nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (welfare payment to low earners)επίδομα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  οικονομική ενίσχυση επίθ + ουσ ουδ
income tax nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (revenue paid on earnings)φόρος εισοδήματος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The amount of income tax I have to pay seems to increase every year.
 Ο φόρος εισοδήματος που πρέπει να πληρώνω, μοιάζει να αυξάνεται κάθε χρόνο.
insufficient income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (low earnings)ανεπαρκές εισόδημα επίθ + ουσ ουδ
low-income,
low income
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(of or on low earnings)χαμηλού εισοδήματος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  με χαμηλό εισόδημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: hyphen omitted when term is an adj after a noun
 This apartment complex is geared to low-income families.
middle-income adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (middle-class)μέσου εισοδήματος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  μεσαίου εισοδήματος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
net income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (earnings after tax)καθαρό εισόδημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The company's net income is quite low in comparison to last year.
operating income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (actual earnings before tax)οργανικά έσοδα επίθ + ουσ ουδ πλ
poverty income limit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (income level legally qualifying as poor)εισοδηματικό όριο φτώχειας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
qualifying income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (earnings level making [sb] eligible for benefits)εισόδημα που πληροί τις προϋποθέσεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  απαραίτητο εισόδημα επίθ + ουσ ουδ
rental income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (earnings from property that is rented out)εισόδημα από ενοίκια φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
six-figure income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (earnings of thousands of pounds a year)εξαψήφιο εισόδημα επίθ + ουσ ουδ
 I'll be earning a six-figure income in my new job.
 Το εισόδημά μου θα είναι εξαψήφιο στην καινούρια μου δουλειά.
six-figure income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (earnings of hundreds of thousands of dollars a year)εξαψήφιο εισόδημα επίθ + ουσ ουδ
source of income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (where income comes from)πηγή εισοδήματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
taxable income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (earnings on which tax must be paid)φορολογητέο εισόδημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My taxable income last year was just over £21,000.
unearned income nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (money gained by means other than work)εισόδημα από επενδύσεις ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 In addition to his salary, he also has unearned income such as interest on his savings account.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση income tax liability στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'income tax liability'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης