incline

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations noun: /ˈɪnklaɪn/, verb: /ɪnˈklaɪn/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/v. ɪnˈklaɪn; n. ˈɪnklaɪn, ɪnˈklaɪn/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. in klīn; n. inklīn, in klīn)



Inflections of 'incline' (v): (⇒ conjugate)
inclines
v 3rd person singular
inclining
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
inclined
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
inclining
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
incline nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slope)κλίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There's a really steep incline towards the bottom of the hill.
 Υπάρχει μια εξαιρετικά απότομη κλίση στο κάτω μέρος του λόφου.
incline viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (lean, slant)κλίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)γέρνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 It looks to me like that wall's inclining a bit to the left.
 Μου φαίνεται ότι αυτός ο τοίχος κλίνει (or: γέρνει) λίγο προς τα αριστερά.
incline [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (dispose, influence) (καθομιλουμένη)κάνω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αργκό)βάζω κπ στο τριπάκι να κάνει κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The unexpected cheque inclined me to be a little extravagant.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
incline [sb] toward [sth],
incline [sb] towards [sth]
vtr + prep
figurative (give [sb] a preference for) (για κτ)προδιαθέτω θετικά, προϊδεάζω θετικά ρ μ + επίρ
 To be honest, the fact that Tom doesn't like it inclines me towards it even more.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'incline' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση incline στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'incline'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης