inactive

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈæktɪv/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪnˈæktɪv/ ,USA pronunciation: respelling(in aktiv)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inactive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: lazy)αδρανής, νωθρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)τεμπέλης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My inactive girlfriend prefers to watch TV rather than go out on a date.
inactive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (volcano, etc.: dormant) (ηφαίστειο)ανενεργός, αδρανής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Many volcanoes are inactive so you can visit them without worrying.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'inactive' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση inactive στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'inactive'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης