Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

in receipt of


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο in παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: receipt | of
Σε αυτή τη σελίδα: in, IN

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (inside)μέσα σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  σε προθ
  (επίσημο)εντός επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I left your book in the car.
 Άφησα το βιβλίο σου μέσα στο (or: στο) αυτοκίνητο.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." US (into)σε προθ
 He came in the room after you left.
 Μπήκε στο δωμάτιο αφού έφυγες.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in a geographical location)σε προθ
 I live in a small town in France, but my family lives in London. I'll take you to my favourite shop in the city centre.
in advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (into a position)μέσα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: Συχνά παραλλείπεται, π.χ. Πρώτα βάλε τις μπαταρίες και μετά θέσε το σε λειτουργία.
 First put the batteries in and then turn it on.
 Πρώτα βάλε μέσα τις μπαταρίες και μετά θέσε το σε λειτουργία.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (time: within) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 I'll be leaving in March.
 Θα φύγω τον Μάρτιο.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (time: after)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 Call me again in two days.
 Ξαναπάρε με τηλέφωνο σε δυο μέρες.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (time: within a period)εδώ και περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I haven't seen you in years! How have you been? This window's a bit stiff; it hasn't been opened in at least a month.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (category) (κατηγορία)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 She works in marketing.
 Απασχολείται στο μάρκετινγκ.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (indicating language)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
Σχόλιο: Εναλλακτικά, παραλλείπονται η πρόθεση και το άρθρο, π.χ. Μου μίλησε ισπανικά.
 She spoke to me in Spanish.
 Μου μίλησε στα ισπανικά.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (condition) (κατάσταση)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 The plate was lying in pieces on the ground.
 Το πιάτο ήταν σκορπισμένο σε κομμάτια στο πάτωμα.
in advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in style)στη μόδα, της μόδας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, ξενικό)ιν επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Mini skirts are in this season.
 Τα μίνι είναι στη μόδα αυτή την εποχή.
 Τα μίνι είναι ιν αυτή την εποχή.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
in advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (into a condition)μέσα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 You can count me in.
 Είμαι μέσα.
in advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (into a place)μέσα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He opened the door and they all walked in.
in advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at home)στο σπίτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)σπίτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I'm afraid George isn't in right now.
 Φιβάμαι ότι ο Γιώργος δεν είναι στο σπίτι τώρα.
 Φοβάμαι ότι ο Γιώργος δεν είναι σπίτι τώρα.
in advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." used in compounds (in power) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: vote sb in, come in
 She was voted in by a large majority.
 Την ψήφισε η συντριπτική πλειοψηφία.
in advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (baseball: closer to home)πιο κοντά στην αρχική βάση, πιο κοντά στην αρχική πλάκα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The infielders play in when there is a runner on third.
in advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in favour with [sb](επίσημο)ευνοούμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 He's always in with the bosses.
in advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in season) (γενική)εποχής ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  εποχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You have to wait another month for raspberries to be in.
 Πρέπει να περιμένεις έναν ακόμη μήνα, για να γίνουν τα βατόμουρα φρούτα εποχής.
 Πρέπει να περιμένεις έναν ακόμη μήνα, για να έρθει η εποχή των βατόμουρων.
in advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (sports: within bounds)μέσα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (επίσημο)εντός επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The ball was in! She's won the match!
in advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in office)στο γραφείο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (γιατρός)στο ιατρείο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The doctor was not in, so I left a message.
in,
in.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
written, invariable, abbreviation (inch)ίντσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: "ins" or "ins." are commonly used alternatives in the plural.
 I am 5 ft. 2 in. tall.
 Έχω ύψος 5 πόδια και 2 ίντσες.
in,
im,
il,
ir
prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said.
(not, non)αν-, α- πρόθημα
Σχόλιο: im: words starting with b, p, m, il: words starting with l, ir: words starting with r
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία σε όλες τις περιπτώσεις.
 For example: insincere, imperfect, illegal, irregular
in,
im,
il,
ir
prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said.
(into, towards)εισ- πρόθημα
Σχόλιο: im: words starting with b, p, m, il: words starting with l, ir: words starting with r
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία σε όλες τις περιπτώσεις.
 For example: immigrate, infiltrate
in,
im,
il,
ir
prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said.
(causative function)δια- πρόθημα
Σχόλιο: im: words starting with b, p, m, il: words starting with l, ir: words starting with r
Σχόλιο: Συνήθως δεν υπάρχει αντιστοιχία.
 For example: inflame, imperil, irradiate, illuminate
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (limit: within)μέσα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  εντός επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The answer is in the normal range.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (with a specified manner)με πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 He did it in anger.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (with regard to)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 There was a decline in enrolment last quarter.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (indicating inclusion)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 Did you read that in a book?
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (musical key)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 If you can play it in F I can sing it.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (as a part of)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 In planning your estate you should consider all possible heirs.
in preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (out of)σε πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 Two in five students admit to playing video games when they should be doing homework.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
IN nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (US state: Indiana)Ιντιάνα ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
in | IN
ΑγγλικάΕλληνικά
add [sth] in,
add in [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(include)προσθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)βάζω και κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Hot chocolate tastes especially good if you add in a little salt.
 Η ζεστή σοκολάτα αποκτά ιδιαίτερη νοστιμιά αν προσθέσεις λίγο αλάτι.
 Η ζεστή σοκολάτα αποκτά ιδιαίτερη νοστιμιά αν βάλεις και λίγο αλάτι.
ask [sb] in vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (invite to enter)καλώ κπ να περάσει μέσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
barge in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (enter uninvited)εισβάλλω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)μπουκάρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 They won't be happy if we just barge in.
barge in on [sth] vi phrasal + prep informal (interrupt [sth])εισβάλλω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  διακόπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)μπουκάρω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 It was rude of you to barge in on their family reunion.
barge in on [sb] vi phrasal + prep informal (interrupt [sb](καθομιλουμένη, μεταφορικά)χώνομαι σε κπ ρ αμ + πρόθ
  διακόπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She barged in on me while I was getting dressed!
barge in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal, figurative (interrupt a conversation) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πετάγομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 That boy has a habit of barging in whenever I am talking to my gardener.
barge in on [sth] vi phrasal + prep informal, figurative (conversation: interrupt) (καθομιλουμένη)πετάγομαι σε κτ, χώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  διακόπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 What makes you think you can just barge in on someone else's conversation?
bash [sth] in,
bash in [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
informal (break by hitting)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 As I couldn't find the key to the shed, I had to bash the door in.
bask in [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (enjoy, take pleasure in)απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I bask in the warmth of my family's love.
 Απολαμβάνω (or: Ευχαριστιέμαι) τη ζεστασιά από την αγάπη της οικογένειάς μου.
bask in [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (enjoy exposure to: light, warmth)απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (πιο απλά, στον ήλιο)λιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Meerkats enjoy basking in the sun.
bed in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (become settled)προσαρμόζομαι, συνηθίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  βρίσκω τους ρυθμούς μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 New players at the football club need time to bed in.
bed [sb] in vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (make settled)κάνω κπ να προσαρμοστεί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κάνω κπ να βρει τους ρυθμούς του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (σε ομάδα)κάνω κπ να ενσωματωθεί έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δένω με την ομάδα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The coach took several months to bed the team's young defender in.
believe in [sth/sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (think real)πιστεύω σε κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
 Even though she's ten, she still believes in fairies.
 Αν και είναι 10 χρονών, πιστεύει ακόμα στις νεράιδες.
believe in [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (think capable)έχω εμπιστοσύνη σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πιστεύω σε κπ ρ αμ + πρόθ
 I believe in the new prime minister.
believe in [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (support)πιστεύω σε κτ ρ αμ + πρόθ
blend in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (be mixed)ανακατεύω, αναμειγνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
blend in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (be camouflaged)κρύβομαι ανάμεσα σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καμουφλάρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I thought my cat was lost, but he had just blended in among all the stuffed animals on my daughter's bed.
 Νόμιζα ότι χάθηκε ο γάτος μου, αλλά εντέλει είχε κρυφτεί ανάμεσα στα λούτρινα ζωάκια που βρίσκονται στο κρεβάτι της κόρης μου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
in | IN
ΑγγλικάΕλληνικά
A bird in the hand is worth two in the bush. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (Don't risk what you have.)κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm told I can do better if I keep looking for opportunities, but I'll stay at this job for now; after all, a bird in the hand is worth two in the bush.
a drop in the bucket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative (amount: trivial)σταγόνα στον ωκεανό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The U.S. needs to redevelop passenger rail; Amtrak funding is just a drop in the bucket.
 Οι ΗΠΑ πρέπει να αναπτύξουν εκ νέου τους επιβατικούς σιδηρόδρομους· η χρηματοδότηση της Amtrak είναι απλώς σταγόνα στον ωκεανό.
a drop in the bucket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, informal, figurative ([sth]: inconsequential)ασήμαντος, αδιάφορος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
a drop in the ocean (UK),
a drop in the bucket (US)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, figurative, informal (amount: trivial) (μεταφορικά)σταγόνα στον ωκεανό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The money I give to charity is a drop in the ocean compared to some people.
 Τα χρήματα που δίνω σε φιλανθρωπίες είναι σταγόνα στον ωκεανό σε σύγκριση με κάποιους άλλους.
a drop in the ocean nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, figurative, informal ([sth]: inconsequential) (μεταφορικά)σταγόνα στον ωκεανό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη: μπροστά σε κτ)τίποτα ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
A friend in need is a friend indeed. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." ([sb] who helps is real friend)Ο καλός ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται. έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When I was sick you certainly proved the old saying, "A friend in need is a friend indeed."
in abeyance advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in a suspended state)σε εκκρεμότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The government will keep the new law in abeyance for two years.
in abeyance advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (law: without an owner)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The estate is in abeyance until the court case is settled.
abound in [sth] vi + prep (have a plentiful amount of [sth])είμαι γεμάτος από κτ, είμαι γεμάτος με κτ, είμαι γεμάτος κτ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (μεταφορικά)είμαι πλούσιος σε κτ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (λόγιος)βρίθω από κτ ρ αμ + πρόθ
 The fields in this area abound in wildflowers.
absorbed in [sth] adj + prep figurative (person: concentrating) (μτφ: από/σε κάτι)απορροφημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (σε κάτι)προσηλωμένος, αφοσιωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 She was so absorbed in the novel that she didn't hear the telephone ring.
 Ήταν τόσο απορροφημένη από το μυθιστόρημα, που δεν άκουσε το χτύπημα του τηλεφώνου.
absorbed in doing [sth] adj + prep figurative (person: engrossed in) (μτφ: από/σε κάτι)απορροφημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (σε κάτι)προσηλωμένος, αφοσιωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Fiona was absorbed in painting a portrait.
ace in the hole nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, figurative (asset, trump) (καθομιλουμένη)άσσος στο μανίκι εκφρ
 Gloria's ace in the hole is her fantastic singing voice.
ace in the hole nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, slang (hidden advantage) (καθομιλουμένη)άσσος στο μανίκι εκφρ
 The manager decided it was time to reveal his ace in the hole, and brought on striker Wayne Rooney.
acquiesce in [sth] vi + prep formal (submit, consent to: an event) (επίσημο)συναινώ σε κτ ρ αμ + πρόθ
  αποδέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you don't oppose what's happening, you acquiesce in it.
act in concert v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (do [sth] together)ενεργώ από κοινού ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The criminals were acting in concert to scam hundreds of people out of their life savings.
act in the interests of [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (act to protect or help)ενεργώ προς όφελος κπ/κτ, ενεργώ προς το συμφέρον κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 An attorney will always act in the best interests of her client.
 Μια δικηγόρος πάντα θα ενεργεί προς όφελος του πελάτη της.
agreement in principle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (accept an idea in theory)συμφωνία στην θεωρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
aid [sb] in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (help) (κάποιον να κάνει κάτι)βοηθάω, βοηθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Rosa aided her brother in starting his business. Her parents' financial contribution aided Joy in buying the house.
 Η Ρόζα βοήθησε τον αδερφό της να στήσει την επιχείρησή του.
all in adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." slang (exhausted, very tired) (αργκό, μεταφορικά)πτώμα, λιώμα ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  που τα έχει φτύσει, που τα έχει παίξει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
all in a day's work exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal, figurative (routine activity)καθημερινότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κάτι που κάνω κάθε μέρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 There's no need to thank me - it's all in a day's work for me.
all in all advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on the whole)γενικά, συνολικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  εν γένει φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 All in all, I think you did a fine job. The trip wasn't perfect, but all in all, I'm glad we went.
 Γενικά, πιστεύω ότι έκανες καλή δουλειά. Το ταξίδι δεν ήταν τέλειο, αλλά γενικά χαίρομαι που πήγαμε.
all in good time interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (be patient)όλα στην ώρα τους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The doctor assured the family that the patient would be out of hospital the next day, all in good time.
all the time in the world nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (as much time as needed)όσο χρόνο χρειαστεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πολύ χρόνο επίθ + ουσ αρσ
  (μεταφορικά)όλο τον καιρό μπροστά μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
all the way in advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (completely in)εντελώς μέσα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  τέρμα μέσα, μέσα-μέσα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 To get the card to work, you have to put it all the way in.
all-in-one adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (combined, comprehensive)όλα σε ένα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Όταν αναφέρεται σε μηχανήματα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ο όρος «πολυμηχάνημα».
 My printer is an all-in-one; it prints, scans, and photocopies.
all-in-one,
one-piece. onesie
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (bodysuit, catsuit)ολόσωμη φόρμα επίθ + ουσ θηλ
 Gloria was wearing an all-in-one.
be anchored in [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (have a strong link to)εδράζομαι σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βασίζομαι σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  περιλαμβάνομαι σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι ενταγμένος σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
appear in [sth] vi + prep (play a role, perform)εμφανίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He has appeared in several television shows.
 Έχει εμφανιστεί σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές.
appear in [sth] vi + prep (be published)εμφανίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The picture appeared in many newspapers.
 Η εικόνα εμφανίστηκε σε πολλές εφημερίδες.
appear in print v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be printed, be published)δημοσιεύω, εκδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My sister wrote a novel ten years ago, but I don't think it will ever actually appear in print.
arm in arm adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (with arms linked)χεράκι-χεράκι, χέρι-χέρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The lovers were arm in arm as they walked along the beach.
 Οι εραστές κρατιόντουσαν χέρι-χέρι καθώς περπατούσαν στην παραλία.
arm in arm advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (with arms linked)χεράκι-χεράκι, χέρι-χέρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They walked arm-in-arm down the street.
 Περπάτησαν στον δρόμο χέρι-χέρι.
array [sb] in [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (dress) (κάποιον με κάτι)ντύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι σε κάποιον)φοράω, φορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (εγώ ο ίδιος: με κάτι)είμαι ντυμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (εγώ ιο ίδιος: κάτι)φοράω, φορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The geisha was arrayed in a deep purple kimono with intricate embroidery.
arrayed in [sth] adj + prep literary (dressed in, wearing)ντυμένος με κτ μτχ πρκ + προθ
  που φοράει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (λόγιο)ενδεδυμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
artist-in-residence adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (artist temporarily at an institution)απασχολούμενος καλλιτέχνης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 This summer, the artist-in-residence is an installation artist who has exhibited all over the world.
assist in [sth] vi + prep (help with) (σε κάτι, με κάτι)βοηθάω, βοηθώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Officer Blue assisted in the recent murder investigation.
 Ο Αστυνόμος Μπλου βοήθησε στην πρόσφατη εξιχνίαση φόνου.
assist in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (participate, help with) (να γίνει κάτι)βοηθάω, βοηθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
assist [sb] in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (help to do [sth](κάποιον να κάνει κάτι)βοηθάω, βοηθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
at the forefront,
in the forefront
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(in the vanguard)πρωτοπόρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)επικεφαλής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (κατά λέξη)στην πρωτοπορία φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
at the forefront of [sth],
in the forefront of [sth]
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
(in the vanguard)πρωτοπόρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)επικεφαλής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (κατά λέξη)στην πρωτοπορία φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Yves Saint Laurent was at the forefront of haute couture for years.
at the vanguard,
in the vanguard
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
figurative (at the forefront) (μεταφορικά)στο προσκήνιο, στην πρώτη γραμμή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 In terms of technological innovation, the company is definitely marching in the vanguard.
at this moment in time exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (now, at present)αυτή την περίοδο, αυτή την χρονική στιγμή, τώρα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικοί προσδιορισμοί
 I am not studying English at this moment in time.
attire [sb] in [sth] vtr + prep formal (dress)ντύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο, παλαιό)ενδύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The ladies-in-waiting attired the queen in a lavish silk ball gown.
 Οι κυρίες των τιμών έντυσαν τη βασίλισσα με ένα πολυτελές μεταξωτό βραδινό φόρεμα.
attorney-in-fact,
attorney in fact
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (lawyer acting on behalf of [sb])πληρεξούσιος δικηγόρος επίθ + ουσ αρσ/θηλ
back in action adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (functioning or performing again)έτοιμος για δράση, έτοιμος για να επιστρέψω στην ενεργό δράση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)ετοιμοπόλεμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The doctor said I will be back in action in a few days, as soon as the scarring heals.
back in action adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, informal (at work again)έχω επιστρέψει στα καθήκοντά μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω επιστρέψει στην ενεργό δράση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After being away so long, we are all happy to see her back in action.
back in the day exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (introduces reminiscence)τον παλιό καιρό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τότε επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
back in the saddle advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative, informal (at work again)πίσω στη δουλειά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πίσω στη ενεργό δράση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω επιστρέψει στη δουλειά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω επιστρέψει στην ενεργό δράση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It felt good to be back in the saddle after three months of sick leave.
bad turn in the weather nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (change to unpleasant weather)αλλαγή του καιρού προς το χειρότερο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  επιδείνωση του καιρού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The meteorologists are predicting a bad turn in the weather this weekend.
bake [sth] into [sth] vtr + prep (computing: integrate into)ενσωματώνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
bake [sth] in vtr + adv (computing: integrate)ενσωματώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
baked in the cake,
baked-in-the-cake
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
US, figurative, informal (inevitable)αναπόφευκτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)δεν το γλυτώνω με τίποτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Hyphens are used when the adjective precedes the noun
be based in v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (having work base)έχω ως βάση, έχω ως έδρα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The consultant was based in Miami but worked all over the country.
 Ο σύμβουλος είχε ως βάση (or: έδρα) το Μαϊάμι, αλλά εργαζόταν σε ολόκληρη τη χώρα.
be based in v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (film: take place)εκτυλίσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The movie is based in Seattle, but sometimes episodes take place in Portland.
 Η ταινία εκτυλίσσεται στο Σιάτλ, αλλά μερικές φορές τα επεισόδια διεξάγονται στο Πόρτλαντ.
bathe [sth] in [sth] vtr + prep (immerse) (επίσημο)βυθίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βουτάω, βουτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Bathe the chicken in a mixture of water, salt, vinegar, and brown sugar.
 Βούτηξε το κοτόπουλο σε ένα μείγμα από νερό, αλάτι, ξύδι και μαύρη ζάχαρη.
bathe [sth] in [sth] vtr + prep figurative, usually passive (immerse in sunlight) (κτ με κτ)λούζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The room was bathed in warm sunlight.
 Το ζεστό φως του ήλιου έλουζε το δωμάτιο.
bathe in [sth] vi + prep figurative (relish)απολαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Lena bathed in the praise showered upon her after her performance in the play.
bathed in tears adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, poetic (face: wet from crying)μούσκεμα από τα δάκρυα εκφρ
 She looked up, her face bathed in tears, and said: "Please don't go."
bathed in tears adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative, poetic (person: crying)μούσκεμα από τα δάκρυα εκφρ
be bogged down in/by [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (encumbered or oppressed) (μτφ: σε κτ ή με κτ)πνιγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The lawyer was bogged down in paper work.
be in a sulk v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be in sullen mood, pout)είμαι μουτρωμένος, έχω μουτρώσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  είμαι μουτρωμένος και δεν σηκώνω κουβέντα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
be in contact v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be communicating)μιλάω με κπ ρ αμ + πρόθ
  έχω επαφή με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  επικοινωνώ με κπ ρ αμ + πρόθ
 Do you know how Steve's doing these days? Are you two still in contact?
be in contact with [sb/sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (communicate with)συνδέομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  σχετίζομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  έχω σχέση με κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The man suspected of the bombing attack had been in contact with a foreign terrorist organization.
be in contact with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (touch)έρχομαι σε επαφή με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  βρίσκομαι σε επαφή με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I develop a rash if my skin is in contact with nickel for too long.
be in the driver's seat,
take the driver's seat,
have the driver's seat,
be in the driving seat
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (have control) (μεταφορικά)παίρνω τα ηνία, κρατάω το τιμόνι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If he thinks he can lead the team better, let him have the driver's seat.
be in touch v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (stay in contact)κρατάω επαφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Are you two still in touch?
 Έχετε κρατήσει επαφή;
be in touch v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (make contact) (καθομ, μεταφορικά: προφορικά)μιλάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  τα λέμε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (με οποιοδήποτε τρόπο)επικοινωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We'll be in touch soon.
 Μιλάμε σύντομα.
be in touch with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (make contact)επικοινωνώ με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Have you been in touch with her recently?
be in touch with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (habitually be in contact)κρατάω επαφή με κπ, είμαι σε επαφή με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Are you still in touch with your friends from high school?
 Έχεις κρατήσει επαφή με τους φίλους σου από το λύκειο;
be in with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be friendly with)έχω φιλικές σχέσεις με κπ, τα πάω καλά με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
be torn in two v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (person: be conflicted)είμαι διχασμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  είμαι σε δίλημμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She was torn in two over having to decide which of her parents she would live with.
be torn in two v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (person: feel devastated)καταρρακώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)γίνομαι κουρέλι ρ εκφρ
  (λόγιο)γίνομαι ράκος ρ εκφρ
 I was torn in two when she left me.
be written in stone v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be definitively prescribed)είμαι οριστικός, είμαι αμετάκλητος ρ εκφρ
  είμαι τελεσίδικος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The rules cannot be changed, they are written in stone!
bear in mind that,
bear [sth] in mind
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(consider, take into account)έχω στο νου μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Bear in mind that we already have an enormous sum invested in the project.
 Έχε στο νου σου ότι έχουμε ήδη επενδύσει ένα τεράστιο ποσό στο έργο.
bearing in mind,
bearing in mind that
conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that."
(considering that)έχοντας υπόψη, έχοντας κατά νου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  λαμβάνοντας υπόψη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αν αναλογιστούμε ότι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That is a great score, bearing in mind that you just started studying yesterday.
on behalf of [sb/sth],
on [sb/sth]'s behalf,
also US: in behalf of [sb/sth],
in [sb/sth]'s behalf
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
(in place of [sb](με γενική)εκ μέρους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)για λογαριασμό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αντικαθιστώ κάποιον)στη θέση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm phoning on behalf of my daughter, who has lost her voice. The millionaire sent somebody to bid on the painting on his behalf.
believe in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (advocate doing)πιστεύω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  πιστεύω στο να γίνεται κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I believe in giving to charities that keep their administrative costs to a minimum.
 Πιστεύω στο να γίνονται προσφορές σε φιλανθρωπίες, οι οποίες διατηρούν το διοικητικό τους κόστος σε ελάχιστα επίπεδα.
bent in half adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: doubled over) (μεταφορικά)είμαι διπλωμένος στα δύο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When she came in, she was bent in half because of the pain.
 Όταν μπήκε μέσα ήταν διπλωμένη στα δύο από τον πόνο.
bent in half adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (thing: folded in two) (κυριολεκτικά)είμαι διπλωμένος στα δύο ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 After a freak spring snowstorm, the daffodils were bent in half under the weight of the snow.
bias in favor of [sth/sb] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inclination: in favor) (για/προς κάποιον/κάτι)προτίμηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (προς κάποιον/κάτι)τάση, κλίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The electoral system suffers from electoral bias in favour of the Labour Party.
blank endorsement,
endorsement in blank,
also US: indorsement
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(business: without named payee)οπισθογράφηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
blend [sth] in vtr + adv (mix, combine [sth])ανακατεύω, αναμειγνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Put the softened butter in a bowl, and slowly blend in the sugar.
 Βάλε το βούτυρο που έχει μαλακώσει σε ένα μπολ και ανακάτεψε αργά τη ζάχαρη.
blend [sth] in with [sth] vtr + prep (mix, combine [sth] with [sth])ανακατεύω κτ με κτ, αναμειγνύω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'in receipt of' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση in receipt of στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'in receipt of'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης