impoverished

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˈpɒvərɪʃt/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(im povər isht, -povrisht)

Σε αυτή τη σελίδα: impoverished, impoverish

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impoverished adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: poor)φτωχός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εξαθλιωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Impoverished people have difficulty affording food.
impoverished adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (depleted) (μεταφορικά)φτωχός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My bank account seems impoverished after my vacation in Tahiti.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impoverish,
impoverish [sb],
impoverish [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(make poor)φτωχαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
impoverish [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (diminish quality of [sth](μεταφορικά)φτωχαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  υποβαθμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'impoverished' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση impoverished στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'impoverished'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης