impoverish

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˈpɒvərɪʃ/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ɪmˈpɑvərɪʃ, -ˈpɑvrɪʃ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(im povər ish, -povrish)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impoverish,
impoverish [sb],
impoverish [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(make poor)φτωχαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
impoverish [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (diminish quality of [sth](μεταφορικά)φτωχαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  υποβαθμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'impoverish' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση impoverish στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'impoverish'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης