impotent

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɪmpətənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɪmpətənt/ ,USA pronunciation: respelling(impə tənt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impotent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (man: unable to get erection) (άντρας χωρίς στύση)ανίκανος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My husband is impotent so we have to find other ways of having fun.
impotent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (powerless)ανίσχυρος, αδύναμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ανήμπορος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Herbert felt impotent when he couldn't save the drowning kitten.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση impotent στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'impotent'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης