impotence

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɪmpətəns/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɪmpətəns/ ,USA pronunciation: respelling(impə təns)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impotence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inability to get erection) (σεξουαλική)ανικανότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Albert's impotence left his wife deeply dissatisfied.
impotence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (helplessness)αδυναμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ανημποριά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Mario felt a sense of impotence when he couldn't save the princess.
impotence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (male sterility)στειρότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My husband's impotence makes it impossible to have children.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση impotence στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'impotence'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης