impostor

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˈpɒstər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪmˈpɑstɚ/ ,USA pronunciation: respelling(im postər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impostor,
imposter
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(person posing as [sb] else)απατεώνας, απατεώνισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (κατά λέξη)που παριστάνει κπ, που προσποιείται ότι είναι κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Αν απαιτείται απόλυτη ακρίβεια επιλέγεται περιφραστική, επεξηγηματική απόδοση.
 That man is not my husband; he is an impostor!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'impostor' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση impostor στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'impostor'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης