impossible

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˈpɒsəbəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪmˈpɑsəbəl/ ,USA pronunciation: respelling(im posə bəl)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impossible adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (cannot be done)αδύνατος, ανέφικτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It's impossible to do that much work in one day.
impossible adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (cannot happen)αδύνατος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It's impossible for the sun to rise in the west.
impossible adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (absurd)αδύνατος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The world economy can't just crash over night, that's impossible.
impossible adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." ([sb]: difficult)ανυπόφορος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που δεν αντέχεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Karen complained, "My boss is impossible, he keeps asking me to work on the weekends."
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
absolutely impossible adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not at all possible)εντελώς απίθανος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It is absolutely impossible to win at most carnival games. I would find it absolutely impossible to leap over a wall with a single bound.
do the impossible v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (achieve [sth] not thought achievable)κατορθώνω το ακατόρθωτο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The UN Secretary did the impossible by getting the two sides to sit down for peace talks.
impossible to wear adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." US, figurative (person: intolerable)ανυπόφορος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που δεν αντέχεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Everyone says she is nice, but I find her impossible to wear.
nearly impossible adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (that almost cannot be done)σχεδόν αδύνατον έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It's nearly impossible to get a good grade from my English teacher.
next to impossible adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (almost impossible)σχεδόν αδύνατος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 It was next to impossible to get tickets for the concert.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'impossible' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: it is impossible in [practice, many ways], is impossible without your [help, support], it was almost impossible, but, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση impossible στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'impossible'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης