impossibility

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˌpɒsəˈbɪlɪti/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ɪmˌpɑsəˈbɪlɪti/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(im pos′ə bili tē, im′pos-)


Inflections of 'impossibility' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": impossibilities

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impossibility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inability to happen or be true)αδύνατο, απίθανο, άτοπο επίθ ως ουσ ουδ
  το πόσο απίθανο είναι κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The impossibility of your story makes me think you're lying.
impossibility nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] impossible)αδύνατος, απίθανος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ανέφικτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  απιθανότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Pigs flying is an impossibility.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση impossibility στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'impossibility'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης