imposition

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɪmpəˈzɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌɪmpəˈzɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(im′pə zishən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
imposition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unwelcome demand)πίεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: RN: MA
 Please don't make any more impositions on the family.
imposition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unwanted burden)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)φόρτωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μπελάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Their being here for a whole week was an imposition.
 Η παρουσία τους εδώ για μια ολόκληρη εβδομάδα ήταν φόρτωμα.
 Η παρουσία τους εδώ για μια ολόκληρη εβδομάδα ήταν μπελάς.
imposition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of imposing on [sb])βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)φόρτωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 If it's no imposition, I'll stay for dinner.
 Αν δεν σας γίνομαι βάρος θα κάτσω για δείπνο.
 Αν δεν σας είμαι φόρτωμα θα κάτσω για δείπνο.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
imposition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] mandated by authority)επιβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The imposition of the new fuel tax outraged consumers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'imposition' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση imposition στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'imposition'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης