implication

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɪmplɪˈkeɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌɪmplɪˈkeɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(im′pli kāshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
implication nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inferred meaning)υπαινιγμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  υπονοούμενο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  νύξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was no implication from Tom that he would run off and join the army.
 Δεν υπήρχε καμία νύξη από πλευράς του Τομ σχετικά με το ότι θα το έσκαγε και θα κατατασσόταν στον στρατό.
implication nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (involvement in crime) (σε έγκλημα)εμπλοκή, συμμετοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The lawyer was arrested because the police discovered evidence of his implication in his client's criminal activity.
 Ο δικηγόρος συνελήφθη γιατί η αστυνομία ανακάλυψε αποδεικτικά στοιχεία της εμπλοκής του στην εγκληματική δράση του πελάτη του.
implications nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (consequences)συνέπειες, επιπτώσεις ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
by implication advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (following from [sth])έμμεσα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  σιωπηρά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (επίσημο)εμμέσως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (επίσημο)σιωπηρώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'implication' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: do you understand the (possible) implications?, don't think you understand all of the potential implications, the implications of the [decision, outcome, ruling, speech], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση implication στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'implication'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης