implicate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɪmplɪkeɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɪmplɪˌkeɪt/ ,USA pronunciation: respelling(impli kāt′)

Inflections of 'implicate' (v): (⇒ conjugate)
implicates
v 3rd person singular
implicating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
implicated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
implicated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
implicate [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (involve)εμπλέκω, μπλέκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ανακατεύω, μπερδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This is your problem; don't implicate me!
implicate [sb] in [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (involve, embroil: in [sth](κάποιον σε κάτι)εμπλέκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Valerie's testimony implicated her husband in the crime.
implicate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (imply)υπονοώ, υπαινίσσομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The results of the study implicate a link between needing eyeglasses and above-average intelligence.
implicate that vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with clause: imply) (ότι/πως)υπονοώ, υπαινίσσομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Are you implicating that I started the fire? I assure you that's not true!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση implicate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'implicate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης