implausible

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˈplɔːzɪbəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪmˈplɔzəbəl/ ,USA pronunciation: respelling(im plôzə bəl)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
implausible adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unlikely, hard to believe)απίθανος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)παράλογος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The criminal's version of events was highly implausible; I don't believe a word of it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'implausible' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση implausible στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'implausible'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης