Σε αυτή τη σελίδα: implanted, implant

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
implanted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (embedded)εμφυτευμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
implant [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (insert, embed)εμφυτεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εισάγω, τοποθετώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My pacemaker was implanted a year ago.
 Ο βηματοδότης μου εμφυτεύτηκε πριν ένα χρόνο.
implant [sth] in [sth],
implant [sth] into [sth]
vtr + prep
(insert, embed) (κάτι σε κάτι)εμφυτεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Researchers implanted electrodes in the mouse's brain.
implant [sb/sth] with [sth] vtr + prep (insert, fit) (κάτι σε κάποιον/κάτι)εμφυτεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The patient was implanted with a pacemaker.
implant [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (idea: instil) (μεταφορικά)εμφυσώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The radical professor implanted ideas in his students' minds.
implant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] implanted) (τεχνητό)εμφύτευμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (όργανο)μόσχευμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The patient's implant was still working perfectly after a week.
 Το εμφύτευμα του ασθενούς λειτουργούσε τέλεια μια βδομάδα αργότερα.
 Το μόσχευμα του ασθενούς ήταν σε τέλεια κατάσταση μια βδομάδα αργότερα.
implant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dental prosthesis)οδοντικό εμφύτευμα επίθ + ουσ ουδ
  εμφύτευμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Betty is missing a molar and got an implant to replace it.
implant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. usually plural (fake breast)εμφύτευμα στήθους φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 She had implants done when she was 20.
 Έβαλε εμφυτεύματα στήθους στην ηλικία των 20.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'implanted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση implanted στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'implanted'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης